Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

ῼΔΗ Σ' ΕΝΑ ΑΗΔΟΝΙ (ΤΟΥ ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ)

στὴ μνήμη του

Ἡ καρδιά μου πονεῖ καὶ μιὰ ζάλη ναρκώνει
τὶς αἰσθήσεις, φαρμάκι θαρρεῖς κι ἔχω πιεῖ
ἢ σὰν νἄχω στραγγίξει ὑπνοφόρο ἀφιόνι
καὶ σὲ Λήθης θαλάμους ἔχω πιὰ βυθισθῆ.
Μή θαρρῇς πὼς φθονῶ τὴ γλυκιά σου εἱμαρμένη,
τὴ χαρά μου προσθέτω στὴ δική σου χαρά,
Δρυάδα τῶν δέντρων μὲ φτερὰ ἀπ’ἀγέρι
καὶ μὲ μιὰ μελῳδία πλεγμένη
σ’ἀναρίθμητους ἴσκιους καὶ φύλλα χλωρά,
μὲ λαιμὸ σπαργωμένο ἀναμέλπεις τὰ θέρη.

Ὦ μιὰ στάλα κρασὶ ποὺ δροσιὰ ἔχει πάρει
γιὰ καιροὺς ἀφημένο σὲ βαθύσκαφτη γῆ
κι ἔχει γεῦσι τὰ ἄνθη καὶ τοῦ ἀγροῦ τὸ χορτάρι,
τῆς Προβέντσας τραγούδια καὶ τὸν ἥλιο σὰν βγῇ!
Ὦ μιὰ κούπα γεμάτη ἀπ’τὴ θέρμη τοῦ Νότου!
Μ’Ἱπποκρήνης ν’ἀφρίζῃ φλογᾶτο πιοτό,
φυσαλίδες νὰ σκάζουν στὰ χείλη καὶ νάμα
τοῦ βαμμένου στὸ κόκκινο χνότου.
Τέτοιο ἄχ νὰ πιῶ κι ἀπ’τὸν κόσμον αύτὸ
στὸ σκοτάδι ἂς χαθοῦμε τοῦ δάσους ἀντάμα.

Ἀλάργα νὰ διώξω καὶ νὰ στείλω στὴ λήθη
ὅσα εσὺ δὲν γνωρίζεις στὴ χλωρὴ φυλλωσιά,
τὴν ἀρρώστεια, τὸν πόνο, τὸ βάρος στὰ στήθη,
τῶν ἀνθρώπων τὴ γκρίνια, τὴ φριχτὴ σιχασιά.
Ἐδῶ τρεμουλιάζει ἡ φτωχὴ γκρίζα κόμη,
ἐδῶ σβήνει ἡ νιότη, ἕνα φάσμα ἀχνό,
ἐδῶ πένθος γεμίζει τὸν νοῦ κάθε σκέψι
καὶ τὰ μάτια σφαλεῖ βαρυγκῶμι,
ἐδῶ λίγο θὰ μείνῃ τὸ βλέμμα στιλπνὸ
καὶ ὅ Ἔρως μιὰ νύχτα βαστᾷ πρὶν τελέψῃ.

Ἀλάργα! Ἀλάργα! Θὰ πετάξω ὡς ἐσένα
χωρὶς τ’ἅρμα τοῦ Βάκχου ποὺ παρδάλεις τραβοῦν,
στὶς φτεροῦγες τῶν στίχων ποὺ μάτι κανένα
δὲν θωρεῖ κι ἂς νωθροὶ δισταγμοὶ μὲ κρατοῦν.
Στέκω πλάι σου κι ἔχει ἡ νύχτα μιὰ γλύκα!
Ἡ Σελήνη σὲ θρόνο ψηλὸ κυβερνᾷ,
ἀστερένιες ξωθιὲς τῆς φρουροῦν τὸ παλάτι,
μὰ ἐδῶ φῶς ἀκόμη δὲν βρῆκα,
παρεκτὸς λιγοστὸ τ’οὐρανοῦ ποὺ περνᾷ
με τ’ἀγέρι σὲ δάσους στριφτὸ μονοπάτι.

Τοὺς ἀνθοὺς δὲν θωρῶ ἀπ’τὰ πόδια μου γύρω
ὴ ποιά ὀσμὴ λιβανιοῦ στὰ κλαδιὰ κατοικεῖ,
ἀλλὰ μὲς σὲ σκοτάδια λουσμένα μὲ μύρο
ὅ,τι δίνει ὁ Μάης μαντεύω γλυκὺ
στὸ γρασίδι, στὰ θάμνα, στὴν ἄγρια ὀπώρα,
στὰ ῥόδα τοῦ ἀγροῦ, στὴ λευκὴ ξαγκαθιά,
στὶς βιολέτες ποὺ κάτω ἀπ’τὰ φύλλα ξεφτίζουν
καὶ στοῦ πρώτου παιδιοῦ του τὰ δῶρα,
στὸ κρασὶ ποὺ μὲς στ’ἄνθη παχνώνει βαθιά,
στὰ ζουζούνια ποὺ ἐν ᾧ σουρουπώνει βουίζουν.

Γροικάω στὸ σκότος κι εἶναι τόσες οἱ μνῆμες
τῶν στιγμῶν ποὺ σχεδὸν τὴ γαλήνια θανὴ
ἀγαποῦσα καλῶντας την μ’ἔμμετρες ῥίμες
στὸν ἀέρα νὰ πάρῃ τὴ στερνή μου πνοή.
Παρ’ ἄλλοτε τώρα γλυκὸ νὰ πεθάνω,
δίχως πόνο νὰ σβήσω στὴν καρδιὰ τῆς νυκτὸς
ὅσο ὁλόγυρα ἐσὺ θὰ σκορπᾷς τὴν ψυχή σου
σὲ μιὰν ἔκστασι τέτοιαν ἀπάνω!
Ἀκόμη θὰ ψάλλῃς, μὰ τίποτα ἐκτὸς
ἀπὸ χῶμα δὲν θἆμαι στὴ νεκρώσιμη ᾠδή σου.

Γέννημα ἀθάνατο ἐσύ, αἰώνιο ἀηδόνι,
δὲν σὲ πάτησαν χάμω ἀδηφάγες γενιές,
τὴ φωνή σου ἀκοῦγαν κι οἱ πανάρχαιοι χρόνοι,
κι ὁ βαθύπλουτος ῥήγας κι ὁ φτωχός του τζουτζές.
Κι ἴσως νἆταν ἡ ᾠδή σου ποὺ βρῆκε πορεία
γιὰ τῆς Ῥοὺθ τὴν καρδιὰ σὰ στὸν ξένον ἀγρὸ
τὴν πατρίδα στὸν νοῦ δακρυσμένη εἶχε φέρει.
Μὲ τὴν ἴδιαν αὐτὴ μελῳδία
παραθύρια ξανοῖγαν μαγικὰ στὸν ἀφρὸ
θαλασσῶν σὲ ἀπόκοσμα κι ἔρημα μέρη.

Ἔρημα! Ἡ λέξι ἀντηχεῖ σὰν καμπάνα
καὶ μονάχο μακρυά σου νὰ κλειστῶ μὲ καλεῖ!
Ἀντίο! Δὲν εἶναι σὰν τὴ φήμη της πλάνα
φαντασία καμμιά, σὰ ξωθιὰ ἀπατηλή.
Ἀντίο λοιπόν! Ἀχνοσβήνει ἡ τρίλια
στὰ λιβάδια πετῶντας, στὴ βουβὴ ῥεματιά,
τὴν πλαγιὰ προσπερνάει τοῦ λόφου καὶ γέρνει
νὰ θαφτῇ σὲ κοιλάδα προσήλια.
Νἆταν ὅραμα μήπως ἢ τοῦ νοῦ μου γητειά;
Σιγή! Ξύπνιος εἶμαι ἢ ὁ ὕπνος μὲ παίρνει;


ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ: ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ


1 σχόλιο: