Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοννέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοννέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΝ






















 

Κὺρ Γαραντούδη μου, ποὺ ἀλαζονεύτηκες,

μισὴ ντουζίνα ποιητὲς καὶ βάλε

τοὺς φόρτωσες μὲ κατηγόριες ψεύτικες∙

μπάστα λιγάκι κι ἄκου ῥὲ μεγάλε:

 

Θἄθελες νἄσουνα -καὶ ἂς κουρεύτηκες-

μιὰ τρίχα τοῦ Βολκώφ, καὶ στὸ φινάλε

σφύριζες κάτι μελῳδίες κλέφτικες

ὅταν στὴ Σόφη γράφαμε τὸ πάλαι.

 

Γι’ ἀνθρώπους εὐγενεῖς καὶ λιγομίλητους

στίχους ἀτέχνους ἔγραψες, μὰ κοίτα

πῶς κάποιοι τολμηρότεροι καὶ φίλοι τους

 

μάθε, σοῦ λέν, ξανὰ τὴν ἀλφαβήτα.

Ταλέντο τραγῳδοῦ γιὰ τὸ σοννέτο

θὲς κι ὄχι μόνο τ’ ὄνομά του σκέτο.


ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

ΤΡΙΑ ΣΟΝΝΕΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ




Α
ΠΑΓΩΝΙ

Τὰ χίλια μάτια πάνω σου, παγώνι,
σὰν ἄστρα σκοτεινιᾶς χωρὶς φεγγάρι,
γιὰ βάσκαμα  ῤαμμένο φυλαχτάρι
στοῦ φτερωτοῦ οὐρανοῦ σου τὸ σεντόνι

—γαλάζιο ὑφάδι, πράσινο στημόνι—
ποὺ ἀνοίγει παίνεμα ὅλο καὶ καμάρι.
Κι ἂν μοῦ ᾽ριξες μεμιᾶς ὅλη τὴν χάρι
σὲ μιὰ ματιὰ χιλιόμματη καὶ μόνη

ἀδιάφορα γυρνῶ ἀλλοῦ τὸ βλέμμα
γυρεύοντας δυὸ κύκλους ὅλο νάζι
ποὺ κάποτε μὲ δέσανε μὲ γνέμα

καὶ τίποτ᾽ ἄλλο πλέον δὲν μὲ νοιάζει·
σὲ κάποια κόλασι ἀπὸ τότε πῆγα·
τὰ χίλια μάτια σου, παγώνι, λίγα.


Β
ΚΑΛΕΣΜΑ

Χεράκια καμωμένα ἀπὸ σεντέφι
μαράθηκαν καὶ πέσανε σὰν ξύλα
ἀγάπη μόνη μένει νὰ τὰ τρέφῃ
τοῦ ἔρωτά μου κάποια ἀνατριχίλα.

Τὰ μάτια σου ἡ θλῖψι κάτω στρέφει
στὰ ὅσα ξεραμένα σέρνει φύλλα
ὁ ἄνεμος ποὺ πύκνωσε τὰ νέφη
ἀπάνω μας σὲ θάνατου μαυρίλα.

Σιμά μου μόνο γεῖρε καὶ κοιμήσου
καθὼς θὰ μᾶς ῤαντίζουνε οἱ στάλες
κι ἀπόθεσε στεφάνι τὴν ζωή σου

στοῦ πόθου μου τὶς μαρμαρένιες σκάλες·
ἀμάραντη θὰ στέκῃ σὰν σὲ μνῆμα
θαμμένο ποὔχει τὸ παλιό μας κρῖμα.



Γ
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΟΦΗΛΙΑΣ

Τῆς λίμνης νούφαρα ἀρωματώδη,
ταφόπλακες ὑγροῦ κοιμητηρίου,
γενῆτε τοῦ παρθένου μου σαρκίου
νεκρόρρουχα καὶ στόλισμα γιὰ ξόδι.

Ἐμένα μὲ τυλίξαν ἐρεβώδη
τὰ σκότη τοῦ ἐπίγειού μου βίου
κι εἶμαι εἰκόνα κάποιου ἐρειπίου
ποὺ ὕστατο γυρεύει κατευόδι.

Τοῦ κύρη μου τὴν πρόσχαρη ἀγκάλη
ποὺ σβήστηκ᾽ ἀπὸ χέρι λατρεμένο
στὰ βάθη τῶν νερῶν θὰ βρῶ καὶ πάλι,

σ᾽ ἀβύσσου σπιτικὸ πλημμυρισμένο·
στ᾽ ἀμόλευτο τ᾽ ἁβρό μου τὸ λαγόνι
τὸν ᾋδη ὁ Ποσειδώνας  θ᾽ ἀνταμώνῃ.


ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

LIBIDO



   στὸν Γ. Βαρθαλίτη

Ὅ,τι ὑπολείπεται σὲ φῶς τὸ συμπληρώνεις,
ἕνα περίγραμμα ποὺ ὑπόστασι προσκτᾶται,
κι ἐκεῖ ποὺ ἡ δόξα τ’ οὐρανοῦ ἀναμετρᾶται
μὲ τὰ σαλπίσματα τῆς πιὸ ἀσελγοῦς ὁρμόνης,
ἐκεῖ τὸ σύνορο χαράσσεις κι ἀνταμώνεις
τὸ πνεῦμα ὑπήκοο στὴν ὕλη ποὺ βρυχᾶται
καὶ στὶς δυνάμεις τῆς σαρκὸς νὰ λέῃ: ἐλᾶτε!
Τώρα ἡ κραυγὴ θὰ ἐγερθῇ τῆς Ἀμυμώνης,
τώρα μιὰ δύναμι ῥευστὴ θὰ ὑπερτερήσῃ,
τώρα ἀπ’ τὸ Κτῆνος ποὺ μαινόμενο πυρέσσει
ἔχει τοῦ σύμπαντος ἡ Πρόνοια παραλύσει,
ἔχει τὸ Ἄνω κατὰ κράτος ἡττηθῆ,
ἐδῶ ἡ Αἰσχύνη κι ἡ Ἐντροπὴ δὲν ἔχουν θέσι∙
μόνο τὸ Ἔνστικτο ἀλύγιστο κι εὐθύ.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΥΣΙΑ (ἀντίστροφον σοννέτον)



Ψηλὰ περνοῦσαν τῶν ἀγγέλων οἱ οὐλαμοὶ
κι ἦταν τὰ πάντα ἀπὸ ἥλιο καμωμένα,
μ’ ὅλο τὸν χρόνο σ’ἕνα βλέμμα νὰ ἐκκρεμῇ
ἡ μέρα ἐκείνη ἀποφθεγγόταν πεπρωμένα∙
ῥομφαῖες χάρασσαν ἀκτῖνες, μιὰ τομὴ
εἶχε ἀνατρέψει τὰ ὡς τοῦδε ἐγνωσμένα,
ὡς κι ὁμίχλη σου λαμπρύνοταν στιλπνὴ
λὲς κι ἀναδεύονταν ἀρχαῖα εἰωθότα
—ἀρχαιρεσίες θὰ τελοῦσαν οἱ οὐρανοί—
ὅμως ἐμένα μ’ἀποκήρυξαν τὰ φῶτα
κι ἔμεινα ἐγκάθειρκτος νὰ θέλω τὴν ἁγνὴ
μορφή σου ποὺ ἕνωνε τυχαῖα γεγονότα
μέσα σὲ σήραγγες κι ὑπόγεια ἀχανῆ,
ἐκεῖ ποὺ μύριζαν τοῦ θάνατου τὰ χνῶτα.
            



ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

ΑΠΟΦΑΣΙΣ








Κάποιου ἀγγέλου τὰ φτερὰ θά  ‘χες ἀκούσει
κι οἱ ἦχοι μου στοιβάχτηκαν βουβοὶ ἐκτός σου
σὰν μιὰ ὁμίχλη συμπαγής, σὰν ἕνα ποῦσι
ποὺ θάμπωνε δυσοίωνα τὸ ἄσπρο φῶς σου.
Τώρα γιὰ λίγο θὰ σκεφτῇς τὸ τί θὰ κάνῃς
τὸ χεῖλος τοῦ ἡφαίστειου γιὰ νὰ περάσῃς,
θὰ κυτταχτῇς σὲ κάτοπτρο βαθιᾶς χοάνης
σὰν Νάρκισσος στοῦ μάγματος τὶς ἀνακλάσεις.
Καὶ θὰ διαβῇς τοῦ χείμαρρου τὴν μαύρη λάβα
ὅπως λιοντάρι τὴν στοὰ πύρινων κρίκων
χωρὶς νὰ ξέρῃς ποταμὸς σ’αὐτὸ τὸ διάβα
ἂν θἆναι ὁ Ἀχέροντας ἢ ὁ Ῥουβίκων:
ἂν σὲ δεχθοῦν σὰν νικητὴ ἢ σὰν ἀντάρτη
ἢ σὰν ἐχθρὸ σὲ σφάξουν στὶς εἰδοὺς τοῦ Μάρτη.


ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Η ΔΙΚΗ



«ἡ ἐνοχὴ ἀποσβήνεται μὲ καταβολὴ»
ἄρθρο 416 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος


Ἄς ἡσυχάσουμε –ξεκίνησε ἡ δίκη∙
πρῶτος μας μάρτυρας ὁ φόβος τοῦ κενοῦ∙
δὲν ἔχει τίποτε νὰ πῇ: οὐρανομήκη
χειροκροτήματα ἐκ μέρους τοῦ κοινοῦ.

Πάνω οἱ ἔνορκες σιωπὲς στὴν ἀμφιλύκη
καθὼς θροΐζουν οἱ πτυχώσεις τ’οὐρανοῦ
ψηφίζουν «ἔνοχος». Τραβοῦν ἀπ’τὸ μανίκι
οἱ δεσμοφύλακες τὸν χρόνο καὶ τὸν νοῦ.

Θ’ ἀντέξῃ κάμποσο κι αὐτὸ τὸ πρωινὸ
σ’ἕνα κελλὶ μέχρι νὰ ‘ρθῇ τὸ μεσημέρι
κι ὅπως σηκώνουν σὲ πορεία τὸ πανὼ

ἔτσι θὰ σφίξῃ ἀνεμπόδιστα τὸ χέρι
τὰ κάγκελλα, ποὺ ἀπὸ πίσω τους θὰ δῇ
ὅ,τι φοβόταν ν’ἀντικρύσῃ ἀπὸ παιδί.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ





















Άνέβηκε τοῦ θάνατου ἡ ἀξία
σ’ ἕνα ἡμερονύχτιο ῥαγδαίως
βουβός ὁ ποιητής καὶ πάντα νέος
μετρᾷ τ’ ἀπόθεμά του σ’ ἀμβροσία.
Πόση τοῦ μένει ἀκόμη ἀθανασία
στοχάζεται ἐνίοτε μὲ δέος
καθώς στὴν ἀγορά σπεύδει ταχέως
ποντάροντας στὴν ἴδια πελατεία.
Θα ’ρθοῦν κοντά του πάλι ν’ ἀγοράσουν
μὲ νόμισμα παρήγορα ἀτόφιο
ἐκεῖνοι ποὺ φοβοῦνται νὰ γεράσουν,
ν’ ἀφήσουν τὸ κορμί τους κάπου ψόφιο
πληρώνοντας ἁδρά τὴν αὐταπάτη
πὼς εἶναι ἡ ζωή τους ἕνα κάτι.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ