Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἰαμβικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἰαμβικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

ΙΕΖΕΚΙΗΛ




Υἱὸς θνητῶν ἐγὼ κι Ἐκεῖνος ἄρρητος,
μὰ μ’ ἔχρισε προφήτη τοῦ λαοῦ Του,
ἱκέτη ἐπιχθόνιο τῆς χάριτος
κι ἀντίκλητο στὴν γῆ τοῦ οὐρανοῦ Του.
Καὶ τί νὰ προφητεύσω τώρα -ἀλίμονο-
σ’ἕνα λαὸ ποὺ πιὰ λαὸς δὲν εἶναι,
μὰ μόνο στῖφος πορνικὸ κι ἐπίμονο
στὸ ψέμμα του, σκυφτὸ στὸ θεαθῆναι;
Ἔθνος μοιχό, κυήματα τῆς Γέενας
ποιός σᾶς γλυτώνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό σας;
Ἰδοὺ τὸ στόμα ὀρθάνοιχτο τῆς λέαινας
βρυχᾶται τὸν ὀλέθριο χαμό σας,
ἰδοὺ συντρίβονται ὀροφὲς καὶ κίονες,
τὰ τείχη γίνονται ἕνα μὲ τὸ χῶμα
κι ἀντίλαλος στοὺς δρόμους οἱ δυσοίωνες
τοῦ σκύλου ὑλακὲς ποὺ σέρνει πτῶμα.
Ἰδοὺ οἱ πόλεις σου Ἰούδα ἀπύλωτες
σὰν πόρνες ποὺ ἀνοίγουνε τὰ σκέλη,
σφυρίζει τὸ καμτσίκι τώρα κι εἵλωτες
τοὺς γιοὺς στὴν Βαβυλῶνα ξαποστέλλει
πατέρων ποὺ τὰ μάτια τὸ μαρκάλεμα
πρὶν κλείσουν εἶδαν ἄτιμο τῆς νύφης
καὶ μέσα στὸ στερνό τους ἀργοσάλεμα
Θεέ μου, τὸν λαό σου νὰ ἐξαλείφῃς.
Ἄκου Σιών, τὰ ἔργα σου εἱλητάρια
τὰ πρόστυχα δὲν χώρεσαν χιλιάδες
κι ἐσὺ κι ἡ ἀδελφή σου ἡ Σαμάρεια
πουτάνες τῶν εἰδώλων καὶ μαινάδες,
πῶς τρέχατε ξοπίσω ἀπὸ σφυρήλατους,
ἀνάγλυφους, χυτοὺς καὶ λαξεμένους
θεοὺς καὶ βουτηγμένες στὴν σαπίλα τους
πορνεύατε στὰ ἄλση τοῦ τεμένους,
τοῦ Βάαλ, τῆς Ἀστάρτης, τελισκόμενες,
αἰσχρὰ μπογιατισμένες μὲ τὸ στίμμι,
μὲ ὄργια σὲ ξόανα δεόμενες
προγράφατε τοῦ γένους σας τὴν λύμη.
Τέτοιοι σᾶς πρέπανε θεοί, σωσίες σας,
κουφοί, βουβοί, τυφλοί, ἀκινητοῦντες,
ἀνίσχυροι μπροστὰ στὶς ἱκεσίες σας,
ἀκίνδυνοι γιὰ ὑπήκοους καὶ κρατοῦντες,
λιθάρια μὲ ἐσθῆτες καὶ φορέματα,
τὸ τίποτε ντυμένο μὲ τὸ κάτι,
συνένοχοι στὰ οἰκτρά σας μασκαρέματα,
ἕν’ ἄλλοθι γιὰ κάθε σας ἀπάτη·
τέτοιοι σᾶς πρέπανε θεοί, ἐπίγειοι,
μὲ κίναιδους προπόλους καὶ προφῆτες,
τοὺς θέλατε καὶ θέλατε νὰ φύγῃ ἡ
εὐθύνη ἀπὸ σᾶς Ἰσραηλῖτες.
Ἰδοὺ λοιπόν: ὁ οἶκος σας τετέλεσται,
ἡ πόλις ἡ ἁγία σας ἑάλω,
στὰ ἔθνη τώρα πιὰ δὲν θ’ἀναγγέλεστε
μαζὶ μὲ τ’ὄνομά Του τὸ μεγάλο.
Πενθῆστε τὸν Θαμμούζ σας μὲ ἀντίφωνα,
μὲ κλάμματα, μὲ δάκρυα, μὲ θρῆνο,
ἰδοὺ τὸν βασιλέα σας στὸν κύφωνα
αἰχμάλωτο, τυφλὸ τὸν παραδίνω.
Φωτιὰ παντοῦ γιὰ σᾶς τὸ κατευόδωμα
τὴν χώρα ποὺ μολύνατε ξεγράφει,
δὲν εἶστε ὁ λαός μου, εἶστε Σόδομα,
σὰν Σόδομα πνιχτῆτε στὸ θειάφι,
μισῆστε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸν Κύριο,
πτώματα σεῖς, ὀστᾶ γυμνά, κρανία,
ὁλόκληρη ἡ Ἰουδαία κοιμητήριο
καὶ τάφοι σας γινῆκαν τὰ πορνεῖα.
Μονάχα σκελετοὶ σ’ ἕν’ ἀτελείωτο
πεδίο ἀπὸ σᾶς ὅ,τι ἀπομένει
κι αὐτὸ ποὺ θεωρούσατε ἀναλλοίωτο
χλευάζει τώρα ὅλη ἡ οἰκουμένη.

Κι ἐγώ, ποὺ σπλάχνα λὲν πὼς ἔχω βράχινα,
κι ὡστόσο εἶμαι σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός σας,
τοὺς στίχους μου στὸν πόνο μου κι ἂν τράχυνα
χαμό μου λογαριάζω τὸν χαμό σας.

***
Καὶ μ’ἔφερε στὸν κάμπο μὲ τὰ κόκκαλα,
σημεῖα ὁρατὰ τοῦ Ἀοράτου,
σαρίδια, περιτρίμματα καὶ φρόκαλα,
τὰ λάφυρα τῆς δόξας τοῦ θανάτου,
ὀστᾶ ξηρά,  καὶ διέταξε: «προφήτευσε
ζωὴ πὼς θ’ἀποκτήσουνε καὶ πνεῦμα,
ὁ ὄλεθρος στὶς σάρκες τους ποὺ θήτευσε
θὰ σβήσῃ μὲ τὸ θεῖο μου τὸ νεῦμα
κι ἐκεῖ ποὺ ὁ σκορπιὸς φρικτὸς δυνάμωνε
τοῦ σκώληκα τὴν πεῖνα καὶ τοῦ γύπα
κι ὁ θάνατος τὸν θάνατο ἀντάμωνε,
ζωὴ θ’ἀναβλαστήσῃ ὅπως εἶπα.
Ὁ Κύριος, ἐγώ, ἰδοὺ ἐντέλλομαι,
ὁ Λόγος μου κι Ἐγὼ εἴμαστε ἕνα,
ἐλπίδα τῶν μελλόντων μόνη μέλλομαι
καὶ Θάνατος κι Ἀνάστασι καὶ Γέννα».


ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ




Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

ΤΡΙΑ ΣΟΝΝΕΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ




Α
ΠΑΓΩΝΙ

Τὰ χίλια μάτια πάνω σου, παγώνι,
σὰν ἄστρα σκοτεινιᾶς χωρὶς φεγγάρι,
γιὰ βάσκαμα  ῤαμμένο φυλαχτάρι
στοῦ φτερωτοῦ οὐρανοῦ σου τὸ σεντόνι

—γαλάζιο ὑφάδι, πράσινο στημόνι—
ποὺ ἀνοίγει παίνεμα ὅλο καὶ καμάρι.
Κι ἂν μοῦ ᾽ριξες μεμιᾶς ὅλη τὴν χάρι
σὲ μιὰ ματιὰ χιλιόμματη καὶ μόνη

ἀδιάφορα γυρνῶ ἀλλοῦ τὸ βλέμμα
γυρεύοντας δυὸ κύκλους ὅλο νάζι
ποὺ κάποτε μὲ δέσανε μὲ γνέμα

καὶ τίποτ᾽ ἄλλο πλέον δὲν μὲ νοιάζει·
σὲ κάποια κόλασι ἀπὸ τότε πῆγα·
τὰ χίλια μάτια σου, παγώνι, λίγα.


Β
ΚΑΛΕΣΜΑ

Χεράκια καμωμένα ἀπὸ σεντέφι
μαράθηκαν καὶ πέσανε σὰν ξύλα
ἀγάπη μόνη μένει νὰ τὰ τρέφῃ
τοῦ ἔρωτά μου κάποια ἀνατριχίλα.

Τὰ μάτια σου ἡ θλῖψι κάτω στρέφει
στὰ ὅσα ξεραμένα σέρνει φύλλα
ὁ ἄνεμος ποὺ πύκνωσε τὰ νέφη
ἀπάνω μας σὲ θάνατου μαυρίλα.

Σιμά μου μόνο γεῖρε καὶ κοιμήσου
καθὼς θὰ μᾶς ῤαντίζουνε οἱ στάλες
κι ἀπόθεσε στεφάνι τὴν ζωή σου

στοῦ πόθου μου τὶς μαρμαρένιες σκάλες·
ἀμάραντη θὰ στέκῃ σὰν σὲ μνῆμα
θαμμένο ποὔχει τὸ παλιό μας κρῖμα.



Γ
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΟΦΗΛΙΑΣ

Τῆς λίμνης νούφαρα ἀρωματώδη,
ταφόπλακες ὑγροῦ κοιμητηρίου,
γενῆτε τοῦ παρθένου μου σαρκίου
νεκρόρρουχα καὶ στόλισμα γιὰ ξόδι.

Ἐμένα μὲ τυλίξαν ἐρεβώδη
τὰ σκότη τοῦ ἐπίγειού μου βίου
κι εἶμαι εἰκόνα κάποιου ἐρειπίου
ποὺ ὕστατο γυρεύει κατευόδι.

Τοῦ κύρη μου τὴν πρόσχαρη ἀγκάλη
ποὺ σβήστηκ᾽ ἀπὸ χέρι λατρεμένο
στὰ βάθη τῶν νερῶν θὰ βρῶ καὶ πάλι,

σ᾽ ἀβύσσου σπιτικὸ πλημμυρισμένο·
στ᾽ ἀμόλευτο τ᾽ ἁβρό μου τὸ λαγόνι
τὸν ᾋδη ὁ Ποσειδώνας  θ᾽ ἀνταμώνῃ.


ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ


Μὰ τώρα πράγματι θαρρεῖς τὶς καταλήξεις
πὼς εἶναι Τέχνη νὰ ταιριάζῃς μεταξύ τους;
Μὲ στίχους ἰσοσύλλαβους ποὺ πᾷς νὰ σμίξῃς
παράγεις νόημα μονάχα γι’ἀνοήτους.

Μισῶ τὰ ποιήματα, τὰ μέτρα καὶ τὶς ῤίμες,
εἶν’ ἕνας τρόπος ἔκφρασης παιδαριώδης,
ὅπως τῶν κλόουν οἱ γελοῖες παντομῖμες.
Καὶ τ’ εἶμαι ἐγώ, μήπως κανένας ξυλοπόδης,

μήπως σὰν δαύτους στὸ σχοινὶ ποὺ περπατᾶνε
ἤ ἄραγε μαντιναδόρος ῤακοπότης;
Ἄ ὄχι μεθυσμένων χούγια δὲν μοῦ πᾶνε,
μ’ ἀρέσει μόνο τοῦ πεζοῦ ἡ σοβαρότης.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΛΕΥΚΟΝΟΗ



στὴν Σοφία Κολοτούρου
γιὰ τὴν τετραετῆ  της ἐπιμονὴ νὰ δημοσιευθῇ


Βραδιάζει, ἀνορθώνω κηροπήγια
καὶ σὰν ν’ἀνακαινίζεσαι στὸ ἡμίφως
μὲ ὅλα τὰ ἐπουράνια κι ἐπίγεια
νὰ σμίγουν στὴν σκιὰ κατακορύφως.
Τὰ χέρια σου ὑψώνονται ἀήττητα
συντρίβοντας παγκόσμιες δυνάμεις,
τὴν ὕλη καταργεῖ καὶ τὴν βαρύτητα
μονάχα ἡ ὑποψία μιᾶς παλάμης.

Ἐδῶ λοιπόν, ἀλλοῦ ποῦ θὰ κατέληγα;
Ἐδῶ ἐναποθέτω κάθε μέλλον,
πετοῦνε, φτερουγίζουν ἑξαπτέρυγα
τριγύρω μου∙ σὲ τάγματα ἀρχαγγέλων
μεμιᾶς μετουσιώνονται αὐτόματα
τοῦ κόσμου οἱ μεγάλοι καρχαρίες,
μετάρσια, πτερωτὰ καὶ πολυόμματα
λαμπρύνουν τὶς ἀπόκρυφες λατρεῖες.

«Κι ὁ κόσμος», ξαφνικὰ διερωτήθηκες,
«ὁ κόσμος ποὺ σαπίζει τί θὰ γίνῃ»
Γι’αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις τὶς ἀνήθικες
δὲν πλάστηκαν τ’ἀστέρια κι ἡ Σελήνη.
Κοιμήσου στὸ πλευρό μου ἔτσι ἀνέμελα
καὶ ξέχνα τὸν ὑπόλοιπο πλανήτη,
ὁ κόσμος ἂς γκρεμίζεται συθέμελα,
ἂς πέφτουν ἱερά, ἁψῖδες, κλίτη.

Δὲν εἶναι λόγος τοῦτος ποὺ σὲ τάραξε
καθόλου σοβαρός∙ πέσε κοιμήσου,
ξανὰ στὴν ἀγκαλιά μου γεῖρε κι ἄραξε
κι ἐγὼ θὰ συγκυλίωμαι μαζί σου.
Ἐδῶ λοιπόν, ἀλλοῦ ποὺ θὰ κατέληγα;
Ὁ κόσμος ποὺ σαπίζει εἶν’ ἀπ’ ἔξω.
Ἐδῶ τὰ χερουβίμ, τὰ ἐξαπτέρυγα:
Μπορεῖ μὲ τὸν καιρὸ καὶ νὰ τ’ἀντέξω.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

ΑΦΗΓΗΣΙ


Ἅγια τοῦ κόσμου τιμαλφῆ, ἔσχατα πρῶτα,
συστήματα μεθοδικὰ τῶν φιλοσόφων,
οὐσίες ἀπροσπέλαστες, συμβεβηκότα,
οἰκοδομὲς θεωριῶν πολυωρόφων,

ἀλήθειες ἀδιάβρωτες, ἐξαίσιου γλύπτη
μνημεῖα καὶ ἀγάλματα αὐτοκρατόρων,
ὅλο τὸ κλέος τ’ οὐρανοῦ γιὰ σᾶς προκύπτει
μόνο σὰν ἄθροισμα ψυχρὸ τυχαίων ὅρων.

Ὁ χρόνος ποὺ μετρήθηκε νὰ σᾶς ἀνήκῃ
σ’ἀναβαθμοὺς ὑψώνεται μιᾶς ὀπτασίας
κι ἄλλοτε λάμπει σὰ χρυσὸς σὲ μιὰ προθήκη
μ’ἕνα ἐπίχρισμα φωτὸς κι ἀθανασίας.

Κάποτε στήνεστε βωμοί, κάποτε θρόνοι,
κάποτε μέταλλα ἱστῶν γιὰ τὶς σημαῖες
κι ἕνα μονάχα τίναγμα σᾶς βαραθρώνει
κι ἀναδιατάσσει μονομιᾶς δομὲς ἑδραῖες.

Ἀλήθειες ἀνοξείδωτες, στίλβοντα ξίφη,
Λόγε, Θυσία, Προσταγή, Ἔρωτα, Πτῶσι,
λίθοι θεμέλιοι τῆς Γῆς, σκληρὰ κελύφη,
χῶροι καὶ χρόνοι συμπαγεῖς καὶ Νοῦ καὶ Γνῶσι...


ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΠΟΥΣΙΑ (ἀντίστροφον σοννέτον)



Ψηλὰ περνοῦσαν τῶν ἀγγέλων οἱ οὐλαμοὶ
κι ἦταν τὰ πάντα ἀπὸ ἥλιο καμωμένα,
μ’ ὅλο τὸν χρόνο σ’ἕνα βλέμμα νὰ ἐκκρεμῇ
ἡ μέρα ἐκείνη ἀποφθεγγόταν πεπρωμένα∙
ῥομφαῖες χάρασσαν ἀκτῖνες, μιὰ τομὴ
εἶχε ἀνατρέψει τὰ ὡς τοῦδε ἐγνωσμένα,
ὡς κι ὁμίχλη σου λαμπρύνοταν στιλπνὴ
λὲς κι ἀναδεύονταν ἀρχαῖα εἰωθότα
—ἀρχαιρεσίες θὰ τελοῦσαν οἱ οὐρανοί—
ὅμως ἐμένα μ’ἀποκήρυξαν τὰ φῶτα
κι ἔμεινα ἐγκάθειρκτος νὰ θέλω τὴν ἁγνὴ
μορφή σου ποὺ ἕνωνε τυχαῖα γεγονότα
μέσα σὲ σήραγγες κι ὑπόγεια ἀχανῆ,
ἐκεῖ ποὺ μύριζαν τοῦ θάνατου τὰ χνῶτα.
            



ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2015 μ.Χ.


Ὅλα παλεύουν ν’ἀνακτήσουνε ῥυθμό,
τὰ ναί, τὰ ὄχι, χωνεμένα σ’ἕνα μήπως,
ὅλα στραγγίζουν στοῦ Σεπτέμβρη τὸν ἠθμό,
στάζουν ἀκόμη ἀπ’ τοῦ Αὔγουστου τὸ λίπος.

Ὅλα μετριοῦνται καὶ μετροῦνε ποσοστά:
μήκη καὶ πλάτη, βάθη, σκόρ, αἰῶνες, χρέη,
κάτι ψιλὰ καὶ κάτι ῥέστα ποὺ χρωστᾷ
ἕνας Ἰούλιος ποὺ ἀκόμη καταρρέει.

Ὅλα μουδιάζουν στὴν αἰφνίδια βροχή,
σὰν τὰ ποντίκια ποὺ ἐπιπλέουν στοὺς ὑπονόμους,
κι ὅπως ἀλλάζει ὁ καιρὸς κι ἡ ἐποχὴ
ὅλα σηκώνουνε ἀδιάφορα τοὺς ὤμους.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ